Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2018

ΠΟΙΗΣΗ ΧΡΗΣΤΟΥ Θ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Κάλπαζε το αγέρι
στην όμορφη κοιλάδα
μεσ’ από δέντρα πράσινα
που έλεγαν κρυφά
τα μυστικά τους
στ’ αφρισμένα ποτάμια
με τα νερά της άνοιξης
να ταξιδεύουν
και το τραγούδι του χρόνου
ν’ απλώνεται
στις ξανθές ακρογιαλιές
όπου οι δαντέλες της θάλασσας
πλέκονταν
στα μαλλιά των Νηρηίδων
και το άλογο του ονείρου
αφηνόταν
στα χάδια του Αλέξανδρου
σαν άλλος Βουκεφάλας
πλασμένος από φύλλα δάφνης
και το σάλπισμα του νικητή.

Έτσι προχώρησε το αγέρι
διαπερνώντας το άρωμα
της γόνιμης γης
σα να ζητούσε
μιαν άλλη γονιμότητα
εκεί που έσκαγε το κύμα
με τη λαχτάρα του έρωτα
στα στήθη
των ανυπόταχτων παρθένων
που αδημονούσαν
για τον σπόρο της μέθης
και το πλάνο πλατάγισμα
στο λίκνο της ηδονής.

Κι εκεί που απλώθηκε
το φως το ανέσπερο
μεσ’ από την ταλάντωση
της άδολης επιθυμίας
των ρευστών στοιχείων
γεννήθηκες εσύ
νύφη φιλάρεσκη
κι αμέσως
έλαμψαν τα κάλλη σου
στον καθρέφτη του κόλπου
που σε αγκάλιασε στοργικά.

Κι ήρθαν οι μοίρες
και σε μύρωσαν
και στόλισαν το σώμα σου
με πλακόστρωτους δρόμους
που αντηχούσαν ζωή
με κτίσματα λαμπρά
κι αψίδες σκαλιστές
κι ακόμα
με περίτεχνους ναούς
που έμειναν αλώβητοι
από τα στίφη
βάρβαρων επιδρομέων.

Κι ήρθε
από τα βάθη της Ανατολής
Οθωμανός κατακτητής
που έπνιξε στο αίμα
τους πλακόστρωτους δρόμους σου
και πέρασε θηλιά
στον φιλντισένιο λαιμό σου
Πύργο Λευκό
σύμβολο αιώνιο
της ανεξάρτητης φύσης σου.

Όμορφη πόλη
άχραντη κόρη
που αναστήθηκες
από την τέφρα σου
κι έμεινες ορθή
να καθρεφτίζεις τα κάλλη σου
στο γαλάζιο του κόλπου
που σε αγκάλιασε στοργικά.


Χρήστος Θ. Παπαγεωργίου, "Κάποτε τα ρολόγια πεθαίνουν"


Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2018

ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΓΕΝΙΑ
ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ:
ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΕΡΩΤΙΚΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Την πρώτη µεταπολεµική γενιά λογοτεχνών της Θεσσαλονίκης τη σφράγισε η ποίηση και είχε πολιτικό-κοινωνικό προσανατολισµό. Τρεις σηµαντικοί ποιητές, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Κλείτος Κύρου και ο Πάνος Θασίτης, εµφανίστηκαν σχεδόν αµέσως µετά τη Γερµανική Κατοχή και θέλησαν να µιλήσουν µέσα από τα ποιήµατά τους για τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, για τις οποίες αγωνίστηκαν, αλλά κυρίως για την απογοήτευσή τους από την ήττα των αριστερών δυνάµεων του Εµφυλίου, για την ποικιλόµορφη διάψευση των ιδανικών τους, για τους συντρόφους τους που έχασαν άδικα τη ζωή τους και τέλος για τις τύψεις τους, καθώς έβλεπαν ότι µε τον χρόνο άρχισαν κι αυτοί να συµβιβάζονται µε τη νέα τάξη πραγµάτων που δηµιουργούνταν στη χώρα µας µετά την επικράτηση καπιταλιστικών προτύπων ζωής, αφού άλλα πίστευαν κι άλλο δρόµο είχε επιλέξει η Ιστορία.

Για να το κατορθώσουν αυτό εισήγαγαν στην ποίησή τους πολλά πεζολογικά στοιχεία και παρακάµπτοντας τον υπερρεαλισµό στράφηκαν στην πρόσφατη παράδοση του τόπου και κυρίως στον Καρυωτάκη (ιδίως ο Αναγνωστάκης µε τον ιδιόμορφο πεσιµισµό του και ο Θασίτης µε την πολιτικά σατιρική του διάθεση), χωρίς αυτό να σηµαίνει ότι δεν δανείστηκαν στοιχεία και από τον µοντερνισµό.

Το πρώιμο έργο των Αναγνωστάκη και Κύρου κυρίως, αναφέρεται σε πολύ μεγάλη συχνότητα σε πρόσωπα και σημεία που συνδέονται με τα βιώματά της ταραγμένης νεότητάς τους. Στις μετέπειτα ποιητικές συλλογές τους επιχειρείται αφενός μια προσπάθεια σύνδεσης με τις κοινές θεματικές της γενιάς τους και αφετέρου ένας διάλογος με ποιητικές φωνές που λειτουργούν ως πρότυπα (Καβάφης, Σεφέρης, Ρίτσος, Έλιοτ και Καρυωτάκης).

Το έργο του Αναγνωστάκη χάραξε το δρόμο της προσωπικής αναζήτησης του καθενός, άνοιξε νέες διόδους και δημιούργησε τις κατάλληλες προϋποθέσεις για επανατοποθετήσεις και προβληματισμούς. Το ύφος του, προσωπικό, γεμάτο υπαινιγμούς και αποσιωπήσεις, άλλοτε με πικρή ειρωνεία και άλλοτε με συγκρατημένη οργή, εκτός από τη διάψευση εκφράζει και τη βαθιά απογοήτευση της γενιάς του.

Αργότερα οι τρεις τους µε αρχισυντάκτη τον Αναγνωστάκη, αποτέλεσαν τον πυρήνα του περιοδικού Κριτική (1959-1961), µέσα από τις σελίδες του οποίου υπεραµύνθηκαν της ελευθερίας της έκφρασης των λογοτεχνών, που δεν µπορεί να υπάρξει µε κοµµατική σκοπιµότητα και καθοδήγηση.

Η δεύτερη µεταπολεµική γενιά ποιητών της Θεσσαλονίκης κάνει την εµφάνισή της τη δεκαετία του 1950. Παράλληλα με τους «πολιτικούς» εμφανίστηκαν και οι ποιητές του ερωτικού αδιέξοδου, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου και Γιώργος Ιωάννου, που αποτέλεσαν τον πρώτο και βασικό πυρήνα του λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού περιοδικού Διαγώνιος (1958-1983), µε εκδότη και διευθυντή τον Χριστιανόπουλο. Η Διαγώνιος, στα μέσα της δεκαετίας του '50 συσπείρωσε αξιόλογους λογοτέχνες και κριτικούς και συγκρότησε έναν ξεχωριστό, από κάθε άποψη, λογοτεχνικό και εικαστικό πυρήνα.

Οι ποιητές αυτοί, που από πολιτική άποψη υπήρξαν ουδέτεροι, δεν ένιωθαν καταπιεσµένοι ιδεολογικά, αλλά κοινωνικά, λόγω της ερωτικής τους ιδιαιτερότητας. Στράφηκαν εποµένως στον άλλο πόλο της πρόσφατης λογοτεχνικής µας παράδοσης, που είναι ο Καβάφης και δηµιούργησαν κι αυτοί µια εξοµολογητική ποίηση, στην οποία ενσωµατώνουν και επιρροές από νεωτερικές φωνές, ντόπιες και ξένες. Η µεταπολεµική αυτή τοµή στην ποίηση της Θεσσαλονίκης, µε τη στροφή της προς την πρόσφατη ελληνική παράδοση (Καρυωτάκης, Καβάφης), υπήρξε αναµφίβολα και ρήξη προς τους Αθηναίους ποιητές της γενιάς του 1930, που εισήγαγαν στα ελληνικά γράµµατα ευρωπαϊκά κυρίως πρότυπα.

Ο Ασλάνογλου έγραψε σχετικά με τη συγκρότηση της τριάδας των ερωτικών ποιητών της Θεσσαλονίκης: «Μερικοί νέοι ποιητές έψαχναν το δρόμο τους μέσα στη σύγχυση και την αταξία της εποχής, ένα δρόμο που έπρεπε οι ίδιοι να ανοίξουν αν ήθελαν να επιβιώσουν. Τι του έκανε να συσπειρωθούν και να αγωνιστούν συνειδητοποιώντας την ανάγκη της αλλαγής; Πρώτα πρώτα η αίσθηση ότι ήταν διαφορετικοί από τους προγενέστερους και πως κανένα έτοιμο αισθητικό καλούπι δεν θα μπορούσε να φορμάρει την ουσία της ποίησής τους. Οι νέοι ποιητές του '50 ήθελαν να μιλήσουν για το προσωπικό τους δράμα που δεν φαίνονταν να οσφραίνονταν οι παλιότεροι».

Ο Ασλάνογλου έγραψε για την πίκρα της μοναξιάς, που είναι πανταχού παρούσα στο έργο του, τη μελαγχολία ενός ανεκπλήρωτου έρωτα και για τα ασφυκτικά πλαίσια της ατομικής του οδύνης. Ήταν με άλλα λόγια απόλυτα εναρμονισμένος με το μονωτικό κλίμα που καλλιέργησε η ερωτική γενιά της Θεσσαλονίκης στη μεταπολεμική εποχή των θρυμματισμένων ιδανικών.

Τα ποιήματα του Ιωάννου προαναγγέλλουν το πεζογραφικό του έργο, καθώς εμπεριέχουν τους θεματικούς άξονες που τον απασχόλησαν αργότερα και στα πεζά του κείμενα. Οι ποιητικές συνθέσεις του χαρακτηρίζονται από εξαιρετική λιτότητα, ακριβολογία και νοηματική συμπύκνωση.

Στο έργο του Χριστιανόπουλου, από τη δημοσίευση της συλλογής «Εποχή των Ισχνών Αγελάδων» (1950), ο ρεαλισμός ακολουθεί από κοντά το πρότυπο της καβαφικής ποίησης. Η λαϊκή τοπογραφία αναμιγνύεται με ιστορικά σύμβολα και θεμελιώνεται ένας ιδιότυπος ρεαλισμός που θα συνοδεύει εξακολουθητικά το έργο του ποιητή. Ο Χριστιανόπουλος άλλοτε σχολιάζει την εμπορευματική αίσθηση της καθημερινής ζωής, ενώ άλλες φορές είναι σαρκαστικά ειρωνικός και καταγγελτικός.

Οι δύο τάσεις που αναφέρθηκαν, η πολιτικο-κοινωνική και η ερωτική, υπάρχουν βέβαια σε πανελλήνια κλίµακα, ωστόσο το ενδιαφέρον στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης είναι πως παίρνουν έναν ειδικότερο χαρακτήρα, µια πιο συγκεκριµένη µορφή ή ιδιοµορφία, η οποία καθορίστηκε από τους τοπικούς όρους.

Το ερώτημα που εγείρεται εδώ είναι γενικότερο και αφορά την άποψή µας για τη λογοτεχνία: αν πρέπει να είναι προσωποκεντρική ή αν, χωρίς να χάσουµε το ενδιαφέρον για τα πρόσωπα, πρέπει να δούµε τα φαινόµενα που υπερβαίνουν τα πρόσωπα, το σύνολο των κειµένων, αλλά και τα ρεύµατα που καθορίζουν τα κείµενα.


Βασιλική Δραγούνη

1ο Φεστιβάλ Λόγου, Τέχνης & Δημιουργίας
Πνευματικό Κέντρο Πετρούπολης, Ιούνιος 2018


Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2018

ΜΑΚΡΙΑ

Υπάρχει άραγε ένας χαρακτηρισμός
γι' αυτήν την αίσθηση του να είσαι μακριά
-πέρα από αμοιβαία εξασφαλισμένες καταστροφές
κι από παρηκμασμένες ουτοπίες;

Ίσως τόσο μακριά από οτιδήποτε
μπορείς να του προσδώσεις μια περιγραφή
-σαν να 'χεις παρεισφρήσει σε μια νέα
γεωγραφική ζώνη ή ωριαία άτρακτο;

Υπάρχει άραγε μια λέξη γι' αυτό το αδιέξοδο συναίσθημα
του να είσαι παρατηρητής σε κάποια πόλη-φάντασμα
-από εκείνες που χρησίμευσαν, δεκαετίες πριν,
ως πεδία πρακτικής ψυχρού πολέμου;


Βασιλική Δραγούνη


Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2018

ΑΥΤΗ Η ΜΟΝΑΧΙΚΗ ΑΓΑΠΗ

Ήταν ένα εξεζητημένο πράγμα
αυτή η μοναχική αγάπη,
από φτερά φτιαγμένη
κι από το κρύο φως του φεγγαριού,
από μακρινούς στεναγμούς
κι από παλιές θλίψεις.

Ήταν πρώτα τα φτερά
που έφυγαν από τους ώμους
και μπλεχτήκαν στα κλαδιά των δέντρων
και στα σύννεφα
κι έπεσαν μετά με τη βροχή
στο λασπωμένο δρόμο.

Κι ήταν ύστερα τα μάτια
που δεν πίστεψαν στη μεταμόρφωση
κι οι ώμοι
που ξέχασαν εκείνο το παλιό το βάρος
και δεν αναρωτήθηκαν ποτέ
ξανά αν θα πετάξουν.


Βασιλική Δραγούνη


Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2018

ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΤΗΣ ΑΥΤΑΠΑΤΗΣ

Υπαρξιακές ανεπάρκειες
σαν πεινασμένα πουλιά
κραυγάζουν στα δέντρα.

Βολικές προσκολλήσεις
συσσωρεύονται ασθματικά
στο άκαμπτο κενό.

Ψήγματα επιβαλλόμενων επιθυμιών
διαθλώνται ετερόκλητα
στο άβολο χάος της επανάπαυσης.

Ετεροχρονισμένες αυταπάτες σέρνουν βήματα
σχήματα και σύμβολα
της απώλειας του τίποτα.

Ρίγη βροχής ακολουθούν τα ίχνη τους για λίγο
και σαν φτερά στον άνεμο
τα διασκορπούν ανύποπτα.


Βασιλική Δραγούνη


Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2018

ΑΟΡΑΤΕΣ ΥΦΕΣ

Τοιχογραφία ελαφιού διάτρητου από βέλη
-αλεξικέραυνα ελάσματα κάτω από φορτισμένα σύννεφα
σαν άκαμπτα φτερά σε θέση απογείωσης
μέσα στο ακαθόριστο σκοτάδι
του αμίλητου πέτρινου δάσους
όπου οι θύτες επιτίθενται απρόσμενα. 

Εκεί, που ο άγραφος νόμος της φύσης
ορίζει γλαφυρά το νόημα του παντός,
ο αέρας βαρύς από την υγρασία της άπνοιας
η ατμόσφαιρα πυκνή από ιστορία και από μύθο.
Κι άξαφνα η καμπάνα του πρωινού ξεθωριάζει την τοιχογραφία
με το πρώτο φως να παρασέρνει τις αόρατες υφές της.

Απελευθερώνεις την εικόνα με μια λέξη.


Βασιλική Δραγούνη


Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

ΑΡΧΕΓΟΝΟ ΣΧΗΜΑ

Η ελπίδα είναι το γεράκι
που εκπαίδευα για χρόνια
να γλιστρά απ' το δερμάτινό μου γάντι
κι ανοιγοκλείνοντας τις προεκτάσεις του
να αποφεύγει με άλματα ουτοπικής κουκκίδας
τον γκρεμό των διαστάσεων
της πραγματικότητας.

Κάποια μέρα, ευγνώμων
για την μακρά υπακοή,
έλυσα τα επίκτητα δεσμά του,
πέταξα το γάντι μου μακριά
κι έμεινα να το παρακολουθώ να γεύεται
τις αποχρώσεις του ανέμου
και να θρυμματίζει με ταχύτητες φωτός
την αδιάλλακτη ανυπαρξία του ορατού.

Λίγες μέρες αργότερα
το γεράκι μου πήρε το αρχέγονο σχήμα
της παιδικής του μορφής
κι επέστρεψε υποταγμένο
στο δερμάτινό μου γάντι
σαν να μην πέταξε ποτέ για να γνωρίσει
μιαν άλλη ζωή.


Βασιλική Δραγούνη


Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

Η ΒΑΛΙΤΣΑ

Αποδημητικά πουλιά
με άναρθρο βλέμμα
και κάτι σαν άγγιγμα
από φτερούγες στους ώμους

ξεστράτισαν απ' τα υψίπεδα
του λογικού προσχήματος
κρατώντας ανυπότακτα
τους ύπουλους φόβους.

Γέρικες κουκουβάγιες
με ράμφη μισάνοιχτα
νυχθημερόν καραδοκούν
στου κόσμου τους δρόμους

με ένα ακόμη όνειρο
μέσα στη βαλίτσα
κι έναν κορμό
γεμάτο φόνους.


Βασιλική Δραγούνη


Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018

ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ

Τετάρτη Συμφωνία:
μία σχεδόν οδυνηρή επιτυχία υπογραμμίζει εμφατικά
τις αγχωδίες των σιωπηλών συναινέσεων
και τη ματαιοδοξία των πρόσκαιρων ευκαιριών
που τρέχουν με λαχανιασμένα ποδοβολητά
πίσω από τις πατέντες του ακαταλόγιστου

για να καταλήξουν στα σκουπίδια της ιστορίας
χωρίς καμία επίκληση στις ακούσιες αποσιωπήσεις
χωρίς καμία υπέρβαση στο άσμα της έκστασης
χωρίς καμία -επιπλέον- βαρβαρική πλειοδοσία
για το εξιλαστήριο χειροκρότημα του πλήθους.


Βασιλική Δραγούνη


Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

ΤΑ ΑΒΑΣΤΑΧΤΑ ΑΝΑΜΕΣΑ

Οι σε βάθος καταδύσεις
στα ναυάγια της λογικής
αδυνατούν να παραβιάσουν
το άσυλο του ακαταλόγιστου.

Τα φθαρμένα σημεία
υποδόριας στίξης
δεν ευνοούν νίκες
εκ των υστέρων ανώφελες.

Ασήμαντες λέξεις στήνουν χορούς
κατρακυλώντας με άλματα
στα αβάσταχτα ανάμεσα
γης και αέρα.

Είναι το ακαταλόγιστο
ζιζάνιο διψασμένο
που καίγεται στον ήλιο
όλη μέρα.


Βασιλική Δραγούνη


Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2018

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

Άτρωτα άκρα βυθισμένα στις φλόγες
που αποκορυφώνονται και πνίγονται στην τέφρα
διαγράφουν μία νέα εποχή
στις παρυφές της στέρεας γης.
Οι άνεμοι αναστενάζουν
σαρώνοντας με τις κινήσεις τους
τη σύνταξη του τοπίου.

Οι αδηφάγες μέρες
δεν ανοίγουν πια τα μάτια
προς τον ήλιο
καθώς καπνοί, ως επικοί ανεμοστρόβιλοι
περιτυλίγουν με αέρα τη φωτιά
σαν τους Ομηρικούς θεούς ανεξιχνίαστοι
και ανικανοποίητοι.


Βασιλική Δραγούνη


Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2018

ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΛΟΦΟΣ

Υπήρχαν εκατοντάδες άνθρωποι
πάνω στον κόκκινο λόφο
που στέκονταν αγναντεύοντας
το πεδίο της καταστροφής.
Ήταν κάτι που με βρήκε απροετοίμαστη.

Δεν μπορούσα να επιστρέψω, 
ο δρόμος ήταν δύσβατος.
Τμήμα του ουρανού παγιδευμένο 
σε ανταύγειες φθινοπώρου
κι εγώ να ταξιδεύω εκεί, 
πάνω σε δυο φτερά χελιδονιού

διαρκώς ταλαντευόμενη μεταξύ αλήθειας και πλάνης,
μεταξύ ελπίδας, που δίνει υπόσταση στο όραμα
και τρόμου, που αδράχνει τα μελλούμενα,
μεταξύ λογικής, προσηλωμένης στων καιρών τα μηνύματα
και παραφροσύνης, υποταγμένης στη βουλή του πάθους,
γεμίζοντας ένα κενό στην ψυχή που έκανε θόρυβο
σαν ανεμοστρόβιλος.

Πετούσα πάνω από ένα πεδίο συντριμμιών
που κάποτε ήταν κήπος.
Συνήθιζα να περπατώ μέσα σ' αυτόν
αναζητώντας το οικείο φως,
θαυμάζοντας τα περίτεχνα κιγκλιδώματα
και τα αδιέξοδα του λαβυρίνθου
που στοίχειωναν τις μνήμες των άλλων ανυποψίαστα

προσπαθώντας να περιφράξω τον εαυτό μου
από βέβηλες επιδρομές,
πιστεύοντας ότι μπορώ να ακούσω τις ψυχές που αναχωρούν
από πράγματα άνευ σημασίας
-αντικείμενα πεσμένα από τις τσέπες του χρόνου,
θλιβερά κατάλοιπα αρχαίων ιστοριών.

Η φωνή μου αδύναμη,
επικαλείται οντότητες χωρίς όνομα
μα παρασύρεται από τον ανεπίστρεπτο άνεμο
του παρελθόντος.
Στριφογυρνώ στον ύπνο μου με απόγνωση,
παλεύοντας να αποδιώξω της λήθης το ψέμα.

Τίποτα δεν είναι πειστικό πια.
Εγκαταλείπω κάθε προσπάθεια
και επιστρέφω ως θεατής
στον κόκκινο λόφο.


Βασιλική Δραγούνη


Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2018

ΠΟΙΗΣΗ ΧΡΗΣΤΟΥ Θ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΦΟΥΣΤΑΝΙ

Την είδα
σε μια πτυχή του απομεσήμερου
να διασχίζει το πλήθος
με κείνο το αγέρωχο βήμα
που κάνει το κορμί να μοιάζει
με το λίκνισμα της άνοιξης
στην επέτειο της φωτιάς.

Φορούσε ένα κόκκινο φουστάνι
που θύμιζε τριαντάφυλλο
την ώρα της εξομολόγησης των
χρωμάτων
εκεί που οι αναστολές απωθούνται
από το παραλήρημα
ενός αναπάντεχου πόθου.

Έμεινα ακίνητος να την κοιτάζω
μέχρι που χάθηκε
στην απέναντι γωνία του δρόμου.

Θα μπορούσα
να μιλάω ώρες ατέλειωτες
για την οπτασία της στιγμής
για τη φευγαλέα αποπλάνηση του νου
για το σκίρτημα του ανέφικτου
μα πιο πολύ
θα μπορούσα να μιλάω
για ό,τι με αφόπλισε
την εικόνα που έφευγε
και γινόταν κουκίδα
στο βάθος του ανεκπλήρωτου
σαν μια απρόβλεπτη συνάντηση
με τους τίτλους τέλους
επιδέξια βαλμένους στην αρχή
σαν μια ιστορία
που δεν μπόρεσε
να αποκτήσει υπόσταση
το κόκκινο φουστάνι
που όχι άδικα
τράβηξε την προσοχή μου.

Το κόκκινο φουστάνι.

Τύλιγε απροκάλυπτα το κορμί της
και πρωταγωνιστούσε
σαν μια πινελιά αυταπάτης
στα μάτια των επίδοξων εραστών
του εφήμερου.

Τότε ήταν
που αγάπησα το κόκκινο
και υποκλίθηκα σε αυτό
για την αυθάδεια της ομορφιάς του.


Χρήστος Θ. Παπαγεωργίου, "Κάποτε τα ρολόγια πεθαίνουν"


Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2018

ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ

Κόκκινο ξανά
και ξανά και ξανά
σαν επαναλαμβανόμενη ηχώ
στους τοίχους του χρόνου.

Όσες φορές προσπαθώ να περιγράψω
το κόκκινο του ουρανού σου
τόσες φορές στάζουν αιμόφυρτες οι λέξεις
κόκκινα κύματα
στα χρώματα των άστρων.

Πόσες φορές σου έχω πει
ότι εγώ είμαι το κόκκινο
ενώ εσύ όχι;

Εγώ είμαι το κόκκινο
στις παπαρούνες
και στο φαραωνικό αίμα,
στον Άλφα του Κενταύρου
και σε μια ματωμένη δύση.

Εγώ είμαι
το κόκκινο του ουρανού σου.
Μια στάλα κόκκινο
στο απέραντο του μπλε.


Βασιλική Δραγούνη